Όταν η επιστημονική αξιοπρέπεια και ακεραιότητα, θυσιάζεται στο βωμό της εμπορικής επιτυχίας, η εθελοδουλία ανθεί.
Όταν πρωτοεμφανίστηκε η έννοια της «ανοιχτής επιστήμης» ως ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, η αίσθηση ήταν εκείνη μιας αυτονόητης επιστροφής στις ρίζες. Για όσους από εμάς αντιλαμβανόμαστε τη γνώση όχι ως ιδιοκτησία, αλλά ως μια ροή που οφείλει να διαχέεται, η υπόσχεση ήταν καθαρή: η μεθοδολογία και τα αποτελέσματα της έρευνας να ανήκουν στον κόσμο, μακριά από τα στεγανά των απρόσιτων συνδρομών και των κλειστών ελίτ. Ήταν, στην ουσία της, μια ηθική προσδοκία, αφού στη βάση της η ηθική της open science είναι η επιστημονική γενναιοδωρία ότι η γνώση είναι κοινό κτήμα της ανθρωπότητας.
Ωστόσο, καθώς περνούν τα χρόνια, παρατηρείται μια αδιόρατη αλλά ουσιαστική μετατόπιση. Η ανοιχτότητα, από εσωτερική ανάγκη του επιστήμονα για μοίρασμα, μετατρέπεται σταδιακά σε μια νέα μορφή τεχνοκρατικής κανονιστικότητας. Δεν είναι ότι οι προθέσεις άλλαξαν, αλλά φαίνεται ότι άλλαξε το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν. Σήμερα, η πίεση για «ανοιχτά δεδομένα» συχνά δεν υπηρετεί τη βαθύτερη κατανόηση, αλλά μια ιδιότυπη «λογιστική» της πληροφορίας. Όταν η επιστημονική πράξη τεμαχίζεται σε μετρήσιμα datapoints για να τροφοδοτήσει αλγόριθμους και ψηφιακές πλατφόρμες, κάτι πολύτιμο κινδυνεύει να χαθεί: η κριτική ματιά του επιστήμονα, η ίδια η ανθρώπινη πολυπλοκότητα που δεν χωράει σε πεδία βάσεων δεδομένων. Αυτή η διαδικασία περιγράφεται συχνά ως «αποικιοκρατία των δεδομένων» (data colonialism).
Η έννοια της αποικιοκρατίας των δεδομένων προσφέρει ένα αποκαλυπτικό πρίσμα για να κατανοήσουμε τον κίνδυνο μετάλλαξης της επιστήμης μας. Όπως η ιστορική αποικιοκρατία ιδιοποιήθηκε γη και πόρους, έτσι και η σύγχρονη εκδοχή της επιδιώκει την κατάληψη της ανθρώπινης εμπειρίας, μετατρέποντάς την σε ψηφιακή πρώτη ύλη προς εκμετάλλευση. Σε αυτό το πλαίσιο, η «ανοιχτή επιστήμη» κινδυνεύει να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός που απλώς καταργεί τα σύνορα, επιτρέποντας την ελεύθερη εξόρυξη δεδομένων από όποιον κατέχει την ισχύ να τα επεξεργαστεί. Η ανισότητα εδώ είναι δομική: από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ερευνητές που παράγουν και προσφέρουν τα δεδομένα, και από την άλλη μια τεχνολογική ελίτ που διαθέτει την υπολογιστική ισχύ και τους αλγόριθμους για να μετατρέψει αυτή την προσφορά σε κέρδος, πατέντες και έλεγχο.
Αυτή η νέα «εκπολιτιστική αποστολή» ντύνεται συχνά με εύηχα συνθήματα περί «κοινωνικής προόδου» και «εκδημοκρατισμού της γνώσης», κινδυνεύοντας να επιβάλλει ένα μονοδιάστατο τεχνοκρατικό παράδειγμα: οτιδήποτε δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί ή να ψηφιοποιηθεί -το ένστικτο, η ουσία της ψυχής, η τοπική/πολιτισμική διάσταση- θεωρείται ανύπαρκτο ή άχρηστο. Ειδικά στην Ψυχολογία, η διαδικασία αυτή τείνει προς μια αλγοριθμική χαρτογράφηση του εσωτερικού κόσμου. Όταν ζητείται από τον επιστήμονα να παραδώσει την «πρώτη ύλη» της εργασίας του σε ένα σύστημα που θα την αναλύσει ερήμην του, θα την τυποποιήσει και τελικά θα του την επιστρέψει ως «βέλτιστη πρακτική», τότε με το πρόσχημα της διαφάνειας, αφαιρεί την ελευθερία από τον δημιουργό και την παραχωρεί στον ιδιοκτήτη της υποδομής.
Το ερώτημα που τίθεται για όλους μας δεν είναι αν θα απορρίψουμε την εξέλιξη, αλλά πώς θα την αξιοποιήσουμε χωρίς να αλλοιωθούμε. Η open science παραμένει ένα σπουδαίο εργαλείο, αρκεί να μην γίνει η ομπρέλα κάτω από την οποία θα στεγαστεί η εμπορευματοποίηση της σκέψης μας. Η διαφορά, τελικά, βρίσκεται στο ήθος με το οποίο επιλέγουμε να υπάρχουμε μέσα στην επιστήμη μας. Ίσως η αληθινή πρόκληση των καιρών μας είναι να παραμείνουμε αυθεντικοί θεράποντες της επιστήμης σε ένα περιβάλλον που μας θέλει απλούς παρόχους δεδομένων. Να διαχέουμε τη γνώση και την εμπειρία μας, να ανοίγουμε τους δρόμους της σκέψης μας, αλλά να κρατάμε την επιστημονική μας αξιοπρέπεια και ακεραιότητα ζωντανή, πέρα από τα metrics και τις τεχνοκρατικές επιταγές. Γιατί η επιστήμη, ως ζωντανός οργανισμός, παραδίδεται από όσους μοχθούν για την αλήθεια της, και όχι από εκείνους που τη μεταχειρίζονται ως εμπορεύσιμο προϊόν.
Copyright, Ιωάννα Ν. Τριπερίνα, 09.05.2026
(Η επιστήμη για έναν ψυχολόγο είναι οργανικό κομμάτι του επαγγέλματός του, του βιώματός του.)
Ιστορική Εξέλιξη:
Η έννοια της Ανοιχτής Επιστήμης (Open Science) δεν εμφανίστηκε ως ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως μια σταδιακή εξέλιξη που κορυφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Παρόλο που η ανταλλαγή επιστημονικών ιδεών μέσω επιστολών και περιοδικών ξεκίνησε από τον 17ο αιώνα, η σύγχρονη μορφή της Open Science έχει συγκεκριμένα ορόσημα.
Δεκαετία του 1990: Η εμφάνιση του διαδικτύου άλλαξε τα δεδομένα. Το 1991 δημιουργήθηκε το arXiv, το πρώτο αποθετήριο για προ-δημοσιεύσεις (preprints), επιτρέποντας στους φυσικούς να μοιράζονται την έρευνά τους δωρεάν πριν από την επίσημη κρίση του άρθρου τους.
2002-2003: Θεωρούνται οι γενέθλιες πράξεις του κινήματος.
Budapest Open Access Initiative (2002): Η πρώτη σημαντική διεθνής πρωτοβουλία για την ελεύθερη πρόσβαση στη βιβλιογραφία.
https://www.budapestopenaccessinitiative.org/
Berlin Declaration (2003): Η Διακήρυξη του Βερολίνου για την Ανοικτή Πρόσβαση στη Γνώση στις Θετικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες.
https://openaccess.mpg.de/Berlin-Declaration
Δεκαετία του 2010: Η Open Science επεκτείνεται πέρα από τα άρθρα (Open Access) και στα δεδομένα (Open Data), στη μεθοδολογία (Open Methodology) και στον ανοιχτό κώδικα (Open Source).
2021: Η UNESCO εξέδωσε τη «Σύσταση για την Ανοικτή Επιστήμη», η οποία αποτελεί το πρώτο διεθνές πλαίσιο που υιοθετήθηκε από 193 χώρες, ορίζοντας την Open Science όχι απλώς ως τεχνικό εργαλείο, αλλά ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κοινωνικής δικαιοσύνης.
https://www.unesco.org/en/open-science/about